Loading color scheme

One Album Wonders

Η Άννα Γεωργάτου αναλύει 19 σπουδαία albums και τους λόγους για τους οποίους δεν υπήρξε συνέχεια στην ιστορία τους. 

Υπάρχει ένας αγγλικός όρος που κάποιες μπάντες και κάποιοι μουσικοί δεν θα τον βιώσουν ποτέ.

Αυτοί που στη δεύτερη προσπάθεια τους μετά από ένα κορυφαίο πρώτο άλμπουμ τα κατάφεραν εξίσου καλά ή και ακόμα καλύτερα και αυτοί που απλώς τον «γλίτωσαν» αποφεύγοντας μια δεύτερη απόπειρα συνειδητά ή μοιραία.

“Sophomore slump” ονομάζεται και ακολουθούν δέκα μουσικοί που απλώς δεν μπήκαν στον κόπο να ανησυχήσουν για τον όρο αυτό, γιατί τους πρόλαβαν τα προβλήματα στην μπάντα και η διάλυση, ο θάνατος, η νωθρότητα ή απλώς η απόφαση να σταματήσουν νωρίς αυτό που ξεκίνησαν.

Μερικές από τις πιο σπουδαίες ιστορίες στον χώρο της μουσικής είναι σύντομες.

Aκολουθούν κάποιες από αυτές που δεν γίνεται να ξεχαστούν.

 

1. Young Marble Giants, Colossal Youth (1980)

O Kurt Cobain έπλεκε εγκώμια για αυτούς τους μοναδικούς ήρωες του σκοτεινού, μινιμαλιστικού DIY Art Rock και η K Records δεν θα νοείτο χωρίς αυτούς. Η μπάντα με τον κιθαρίστα που σκόπιμα σταμάτησε έπαιζε πανκ και καθόλου δεν έμοιαζε με ροκ μπάντα. Η τραγουδίστρια με σπορτέξ, φορέματα με τυπώματα και μια αλογοουρά που θύμιζε δασκάλα χωριού. Ο ήχος τους έβγαινε από ένα drum machine που είχαν φτιάξει μόνοι τους ακολουθώντας διαγράμματα στο περιοδικό Practical Wireless. Στη σκηνή ακόμα και αυτό τους φάνηκε high-tech, και αντικαταστάθηκε από ένα φορητό κασετόφωνο.

Πρωταθλητές στον ερασιτεχνισμό με μια  ανυποχώρητη σιωπή μυστηριώδη και απόλυτη αίσθηση ελέγχου. Ο μινιμαλισμός στο μπάσο του Philip Moxham, η νευρική κιθάρα του Stuart Moxham και το primitive drum machine σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι ούτε μια νότα δεν καταλαμβάνει μεγαλύτερο χώρο από όσο πρέπει. Κι όσο νευρική, ταραγμένη και σκληρή είναι η Alison Statton, άλλο τόσο παραμένει cool.

Ο Kurt Cobain είχε πει σε μια του συνέντευξη στο Melody Maker το 1992 πως το αριστουργηματικό άλμπουμ των Young Marble Giants, ‘Colossal Youth’ (ο τίτλος του παραπέμπει ευθέως στους ελληνικούς κούρους και το LP έφτασε στο No3 του UK Indie Chart) ήταν ένας από τους πέντε πιο επιδραστικούς δίσκους που άκουσε ποτέ .

Ηχογραφημένο σε μόλις 3,5 μέρες για 1000 λίρες με σχεδόν παντελή απουσία overdubbing, είδε το φως της δημοσιότητας το 1980 για λογαριασμό της ένδοξης Rough Trade, η οποία το ενέκρινε αμέσως μόλις άκουσε δύο συνθέσεις του συγκροτήματος.

Ο Peter Buck των R.E.M. είναι ένας από τους πιο φανατικούς οπαδούς τους, ενώ διασκευές-φόροι τιμής στο έργο των YMG έχουν κατά καιρούς πραγματοποιηθεί από διάσημους καλλιτέχνες στα Final Day (Speed The Plough), The Man Amplifier (The Magnetic Fields), Eating Noddemix (Adam Green), Final Day (Belle & Sebastian), Searching for Mr. Right ( Supercar), Final Day (Galaxie 500 για τα Peel Sessions).

 

2. Life Without Buildings, Any Other City (2001)

Η Sue Tompkins των Life Without Buildings ζωγράφος ήταν κι όχι τραγουδίστρια και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας ομοίως, φοιτητές στη σχολή Καλών Τεχνών, απλώς να πειραματιστούν είπαν, για παράδειγμα επαναλαμβάνοντας το «look around» σαν να προσπαθούσαν να φροντίσουν ένα δειλό κουνελάκι. To πράγμα πήγε απρόσμενα καλά κι εξασφάλισαν γρήγορα ένα συμβόλαιο στη Rough Trade, όπως δήλωσαν, όμως, όπως αποδείχτηκε από τους δρόμους που ακολούθησαν δεν είχαν όνειρο να κάνουν καριέρα ως μουσικοί. Ξεκίνησε ως αστείο κι έγινε σοβαρό με αποτέλεσμα να αισθάνονται πίεση και γρήγορα να εγκαταλείψουν.

Indie rock, ίσως και punk rock χωρίς επιθετικότητα, το ένα και μοναδικό άλμπουμ των Life Without Buildings από την Γλασκόβη , όταν ήρθε θύμισε The Slits, LiLiPUT, Patty Smith και Sonic Youth. Αρκεί ένα κουαρτέτο – ντραμς, μπάσο, κιθάρα και φωνή- για να προκαλέσει νοσταλγία και μια ποστ πανκ λεηλασία.

 

3. The Unicorns – Who Will Cut Our Hair When We’re Gone (2003)

Με διθυραμβικές κριτικές στο Pitchfork και στο Rolling Stone τα αγόρια αυτά από τον Καναδά εμφανίστηκαν από το πουθενά, αποτέλεσαν μία από τις πρώτες indie μπάντες που έγιναν γνωστές μέσα από το internet, υπέγραψαν συμβόλαιο σε μια άγνωστη εταιρεία στο Montreal και ένα χρόνο μετά, ύστερα από ένα πλήθος συναυλιών, ένα πολυαναμενόμενο νέο single και μια παράλογη στροφή-παρέκβαση προς την ραπ η μπάντα με το παραμυθένιο όνομα μας αποχαιρέτισε.

Μέχρι και Animal Collective θα σου θυμίσουν κάπου, σίγουρα lo fi, γλυκιές και ζεστές μελωδίες φτιάχνουν, αραιά και που φασαριόζικες και μπερδεμένες, θα νομίζεις ότι είναι φίλοι σου που ήρθαν και σου τραγουδούν.

 

4. Alexander “Skip” Spence, Oar (1969)

Drummer στο ντεμπούτο άλμπουμ των Jefferson Airplane, αλλά σύντομα απολυμένος από την μπάντα λόγω διακοπών στο Μεξικό που αποφάσισε μόνος και δεν ανακοίνωσε ποτέ, «ένα από τα πιο λαμπρά φώτα της ψυχεδελικής σκηνής» σύμφωνα με το Allmusic, άλλοτε με τους Quicksilver Messenger Service και άλλοτε με τους Moby Grape, πέρασε μια περίοδο εγκλεισμού λόγω ναρκωτικών και σχιζοφρένειας, αλλά δεν έμεινε σε αυτό. Μετά την περίοδο αυτή ηχογράφησε το ένα και μοναδικό σόλο άλμπουμ του, το Oar, στο οποίο παίζει κάθε όργανο και το οποίο αποτελεί πλέον ένα κλασικό ψυχεδελικό folk-rock άλμπουμ, σίγουρα όχι μόνο για αυτούς που μεγαλοποιούν κατεστραμμένους καλλιτέχνες. Το αλκοόλ, τα ναρκωτικά και η επιβαρυμένη ψυχική του υγεία δυστυχώς δεν του επέτρεψαν να παραμείνει στη μουσική βιομηχανία και η ζωή του από εκεί και ύστερα μοιράστηκε σε περιόδους εγκλεισμού και περιόδους που έμενε στον δρόμο ως άστεγος. Πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα το 1999 στην ηλικία των 53 χρόνων.

 

5. Germs, GI (1979)

Καμιά στούντιο ηχογράφηση δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με το χάος που προκαλούσαν στα live τους οι Germs, με τον Darby Crash να τραγουδάει οπουδήποτε εκτός από το μικρόφωνο και τουλάχιστον ένα μέλος της μπάντας να καταρρέει στη σκηνή.

Παρόλα αυτά η Joan Jett ως παραγωγός κατάφερε να αιχμαλωτίσει τον πανκ ήχο τους και τους ποιητικούς μορφασμούς του Crash στο ένα και μοναδικό άλμπουμ που ηχογράφησαν.

Πανκ που μεταμορφώνεται σε hardcore  με τον καυστικό -μελλοντικό Foo Fighter- Pat Smear δείχνοντας τον δρόμο  για τα eighties, το μελωδικό μπάσο της Lorna Doom και τον Don Boiles να ιδρώνει στα drums και να ορίζει έναν ρυθμό που έκανε ακόμα και τους Ramones να φαίνονται αργοί.

Όταν ο Crash αυτοκτόνησε τον Δεκέμβριο του  1980 παίρνοντας υπερβολική δόση ηρωίνης, οι Germs είχαν ήδη διαλυθεί.

 

6. The La’s, The La’s (1990)

Τι θα ήταν οι ρομαντικές εφηβικές κωμωδίες χωρίς αυτό το άλμπουμ.

Η μπάντα από το Liverpool που έδωσε στον κόσμο το “There She Goes,” κομμάτι που  συνεχίζει να είναι πανταχού παρόν, ενώ ο συνθέτης του βυθίστηκε στην αφάνεια.

Ο πρωταγωνιστής των La’s, Lee Mavers, ήταν ένας άτακτος τύπος, τελειομανής που δεν επιθυμούσε να κυκλοφορήσει αυτό το ένα και μοναδικό του άλμπουμ, και το κυκλοφόρησε η δισκογραφική παρά τις αντιρρήσεις του γιατί βαρέθηκε να περιμένει τρία χρόνια και να ανέχεται τις αλλαγές παραγωγών.

Παρά το ότι και το single και το άλμπουμ έγιναν hits στη γενέτειρα του, την Αγγλία, αυτός συνέχισε να μην είναι ικανοποιημένος και δήλωνε ότι θα το ξαναηχογραφούσε, ενώ παράλληλα ότι δούλευε σε κάτι καινούριο που ποτέ δεν ήρθε.

Το σίγουρο είναι ότι χωρίς το La’s, δεν θα υπήρχε αυτό που ονομάζουμε σήμερα Britpop.

Ο Noel Gallagher δηλώνει ότι ο δίσκος αυτός είναι ένας από τους αγαπημένους του και πιστεύει ότι οι La’s  δεν προχώρησαν σε έναν δεύτερο δίσκο είτε γιατί ο Lee Mavers φοβήθηκε να ρισκάρει την τόσο μεγάλη φήμη του, είτε λόγω της τεμπελιάς του. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά του αρέσει να βάζει τον δίσκο να παίζει σε ανθρώπους από όλο τον κόσμο-ιδίως Αμερικανούς-. Αν πρόκειται για κλασικό κιθαριστικό rhythm and blues, το αποτέλεσμα είναι μοναδικό και πάντα προκαλεί το ‘Wha… What the fuck?’.

 

7. The Monks, Black Monk Time (1966)

Με ξυρισμένα κεφάλια, άμφια μοναχών και το χαρακτηριστική ζώνη υφάσματος στο λαιμό οι Monks – πρώην 5 Torquays και G.I. στον αμερικανικό στρατό- εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’60, ήρθαν, έπαιξαν ωμό «Neanderthal rock» με farfisa, ηλεκτρικό banjo, τραγούδησαν  κόντρα στον πόλεμο του Βιετνάμ, την απάνθρωπη κοινωνία και τις σχέσεις αγάπης-μίσους, έπεισαν με τις ζωντανές τους εμφανίσεις την γερμανική Polydor, να κυκλοφορήσει το  Black Monk Time -μόνο στην Γερμανία, αφού ήταν πολύ underground για την Αμερική-και έσβησαν περήφανα έκτοτε, αφού επηρέασαν  συγκροτήματα, όπως τους Dead Kennedys, τους Beastie Boys και τους Fall.

 

8. The Good, the Bad and the Queen, The Good, the Bad and the Queen (2007)

Η μπάντα που πρακτικά όνομα δεν έχει  (“We won’t make another record, and we didn’t properly name the band, because a name is for a marriage,” δήλωσε άλλωστε ο Simonon στο Observer Music Magazine το 2007), ένα supergroup  στην πραγματικότητα με μέλη και εμπνευστή της ιδέας τον Damon Albarn φυσικά, τον  μπασίστα Paul Simonon των Clash, τον κιμπορντίστα  Simon Tong των The Verve, τον απίστευτο περκασιονίστα  Tony Allen (Africa 70 / Fela Kuti), και τον Danger Mouse στην παραγωγή.  Έναν κύκλο τραγουδιών χτίζουν, παράλληλα κι ένα μυστηριώδες θεατρικό για το Λονδίνο, μια απόκοσμη ατμόσφαιρα σκοτεινή με παραμορφωμένες κιθάρες, μελαγχολικούς ρυθμούς και πολιτικούς στίχους.


Πλήθος επιρροών- οτιδήποτε από 60's rock, dub, σύγχρονες μπαλάντες, Britpop (ψήγματα...) και κλασικά soundtrack. Χωρίς χιτάκια, αλλά με τα ιδιοφυή  "Kingdom of doom" και "Herculean" να σε ανταμείβουν.

 

9. The Count Five, Psychotic Reaction (1966)

Οκτώβριος 1966, ένα κουιντέτο από το Σαν Χοσέ της Καλιφόρνια με κάπες δράκουλα στα live παίζει garage rock με αναίδεια και αλαζονεία, αφού δέχεται απόρριψη από πολλές δισκογραφικές, υπογράφει στη  Double Shot Records του Λος Άντζελες φτιάχνει άρον άρον ένα σύντομο δισκάκι με πολλές επιρροές από Standells και Yardbirds, κολλάει  και δυο κομμάτια των Who, γίνεται σχετικά διάσημο  κι εκεί που απλώς περίμενες τη συνέχεια τα μέλη της μπάντας (17 ως 22 χρόνων τότε) επιστρέφουν στις σπουδές τους.

 Το "Psychotic Reaction" μπορείς να το ακούσεις σε κάποιο jukebox στην ταινία του Wim Wenders “Alice In The Cities” και στο “The Sense of an Ending” (2017). Απολαυστική επιλογή, επίσης, στο φινάλε της σειράς “Vinyl” της HBO.

 

10. Thunderclap Newman, Hollywood Dream (1970)

O Pete Townshend από τους Who, ο πιανίστας Andy “Thunderclap” Newman”  και ο κιθαρίστας Jimmy McCullough κρύβονται πίσω από το ένα και μοναδικό άλμπουμ-θαύμα της μπάντας Thunderclap Newman. ΄Άλμπουμ στο οποίο ο Keen -συνθέτης και ντράμερ στην μπάντα- γράφει τις φαντασιώσεις του για τις αμαρτωλές απολαύσεις του Hollywood παράλληλα με ωδές στις σέξι ανέσεις της εξοχής. Ναι, σωστά θυμάστε. Είναι αυτός που έγραψε και το “Armania City in the Sky” των Who.

 Περισσότερο γνωστοί για το “Something in the Air,” – ακόμα περιζήτητο για διαφημίσεις, soundtrack και συλλογές- με ένα υπόλοιπο άλμπουμ να τα πηγαίνει εξίσου περίφημα και μια μπάντα που διαλύεται onstage έξι μήνες μετά την κυκλοφορία του λόγω προσωπικών και καλλιτεχνικών διαφορών.

 

11. Sex Pistols, Nevermind The Bollocks, Here’s The Sex Pistols (1977)

Το άλμπουμ-επιτομή μιας ολόκληρης γενιάς -και όχι μόνο-, ένα από τα πιο επιδραστικά στην ιστορία της μουσικής, γνωστό σε όλους , είτε ακούς πανκ είτε όχι, μετέτρεψε την μουσική σε μανιφέστο. Ήταν οι Sex Pistols, αυτοί οι θορυβώδεις Λονδρέζοι, ήδη γνωστοί από το 1975, όταν κυκλοφόρησαν αυτό που επρόκειτο να γίνει το μοναδικό τους άλμπουμ. Προκλητικοί και οργισμένοι με αρχηγό τον χαρισματικό Johnny Rotten που εννοούσε κάθε λέξη που πρόφερε με αυτό το χαρακτηριστικό γρύλισμα και ο οποίος δήλωσε την παραίτηση του  onstage, δυο μήνες μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ.

 Έσκασαν σαν κεραυνός, μίλησαν πιο πολιτικά από κάθε μπάντα μέχρι τότε εκπροσωπώντας την εργατική τάξη, και με τον ίδιο τρόπο που εμφανίστηκαν, εξαφανίστηκαν, αφού τα είπαν σταράτα, υβριστικά και το γλέντησαν μέσα στην επανάσταση. Απροκάλυπτα ορμητικοί, ανυπότακτοι και πρωτοπόροι ένα άλμπουμ τους έφτασε για να μην ξαναμιλήσουν.

Στην πραγματικότητα οι παρορμητικοί Λονδρέζοι τα έσπασαν μεταξύ τους, ο Sid Vicious πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης, αφού συνελήφθη για τον φόνο της συντρόφου του και πολλά πολλά άλλα παρασκηνιακά συνέβησαν, αλλά εμείς θα μείνουμε στο ότι οι Sex Pistols ήταν μαζί για δυόμισι χρόνια και μας χάρισαν το “Nevermind The Bollocks, Here’s The Sex Pistols” για να έχουμε να γλεντάμε επαναστατικά περνώντας το διαμαντάκι αυτό από γενιά σε γενιά.

 

12. Jeff Buckley, Grace (1994)

 Κι εδώ η καρδιά μας σπάει, γιατί δεν μπορεί να χωρέσει το μυαλό μας ότι, ενώ έγραφε το δεύτερο άλμπουμ του o Jeff Buckley, πνίγηκε κολυμπώντας σε ένα κανάλι στον Μισισιπή.

 30 χρόνων τότε, δεν έζησε καν να δει τι θα γινόταν με το “Grace”.

Με μια φωνή αγγελική και όλα σωστά σε στίχους, μουσική, ισορροπία στο δράμα, μια σπάνια δόση μελαγχολίας, απελπισία τόση-όση, αριστούργημα θα το πεις και κρίμα που ατύχησε o Jeff Buckley να ζήσει τη δύναμή του.

Αψεγάδιαστο με υπερβολή καμιά, άλμπουμ φαινόμενο, έμεινε μόνο του να εμπνέει.

Δεν είχε άδικο ο David Bowie όταν είπε ότι είναι το καλύτερο άλμπουμ που φτιάχτηκε ποτέ.

 

13. Rites of Spring, Rites of Spring (1985)

Post- hardcore θα τους πεις, ίσως η πρώτη emo μπάντα, με την έννοια της υποκατηγορίας της πανκ, κι όχι της μόδας, οι ίδιοι ωστόσο απέρριψαν κάθε σύνδεση, τέλη του 1983, μελωδία και κιθαριστικά σόλο που θύμιζαν Hüsker Dü, πρωταγωνιστές ανάμεσα σε άλλες hardcore punk μπάντες το καλοκαίρι του 1985 στο κίνημα Revolution Summer στη Washington, D.C., οι Rites of Spring έβγαλαν ένα άλμπουμ κι ένα EP πριν το κλείσουν το μαγαζάκι το 1986. Λίγα χρόνια μετά ο Guy Picciotto και ο ντράμερ  Brandon Canty σχημάτισαν τους Fugazi με τον πρώην frontman των Minor Threat, Ian MacKaye.

 

14. Dennis Wilson, Pacific Ocean Blue (1977)

Το μόνο Beach Boy που έκανε στην πραγματικότητα surf, ίσως και το πιο χαρισματικό, σίγουρα το πιο αξιαγάπητο, ωστόσο από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70 ο τρόπος ζωής του (ναρκωτικά, πάρτι, αλκοόλ) ήρθε και τα ανέτρεψε όλα. 30 χρόνων ήδη φαινόταν δέκα χρόνια μεγαλύτερος και οι καταχρήσεις είχαν αρχίσει να επιδρούν αρνητικά στην κάποτε αψεγάδιαστη φωνή του.

Λόγω του ότι ο αδερφός του ο Brian ήταν για πολύ καιρό εκτός μπάντας ο Dennis άρχισε να δίνει στους Beach Boy υλικό, τα υπόλοιπα μέλη ωστόσο ποτέ δεν πήραν τη συνεισφορά του Dennis ως συνθέτη στα σοβαρά  και πάντα του έκαναν υποδείξεις. Έτσι αυτός άρχισε να γράφει με σκοπό να φτιάξει ένα σόλο άλμπουμ.

Ύστερα από δύο χρόνια ηχογράφησης, το 1977 παρέδωσε το καθηλωτικό Pacific Ocean Blue. Τα σαγηνευτικά  “Farewell My Friend” και  “River Song” μαρτυρούν την εύθραυστη κατάσταση στην οποία βρισκόταν και την εξαιρετική ικανότητα του ως συνθέτη και τραγουδιστή. Πολύ σύντομα άρχισε να γράφει κάτι νέο, το άλμπουμ που θα ονομαζόταν Bambu, λόγω του εθισμού του, όμως, στα ναρκωτικά και το αλκοόλ βρέθηκε εκτός ελέγχου και κατέληξε νεκρός από πνιγμό το 1983.

 

15. The United States of America, The United States of America (1968)

Στα sixties ελάχιστες ήταν οι γενναίες πανκ μπάντες που τολμούσαν να κάνουν θόρυβο με ηλεκτρονικούς-σε εμβρυικό στάδιο-ήχους. Μέχρι τότε ηλεκτρονική μουσική έπαιζαν μόνο οι συνθέτες και οι ακαδημαϊκοί σε τεράστια synthesizers στο Columbia Music Center. Αυτό όμως το sextet από το Λος Άντζελες ήταν μια ταξιδιάρικη, ψυχεδελική κομμουνιστική μπάντα-κάτι σαν τους Silver Apples. Ανέμειξαν όλα τα είδη των πρώτων ηλεκτρονικών μέσων -ταλαντωτές, συνθεσάιζερ, μικρόφωνα, κασετόφωνα- και δημιούργησαν το δικό τους επαναστατικό ροκ ήχο, δημιουργώντας ένα νέο μοντέλο για τους μελλοντικούς fan συγκροτημάτων όπως οι Portishead και οι Animal Collective.

Λίγο πριν τα seventies ένας συνδυασμός-μολότοφ (ναρκωτικά, πολιτική δισκογραφικών εταιρειών, διαφορές μέσα στο γκρουπ και διαφωνίες σε σχέση με την μουσική) οδήγησε στη διάλυση αυτής της μοναδικής μπάντας.

 

16. New Radicals, Maybe You've Been Brainwashed Too (1998)

Από τα πιο χαρακτηριστικά άλμπουμ των ‘90ς, project του στιχουργού Gregg Alexander, θυμίζει στον πολιτικό προσανατολισμό των στίχων Chambawamba, μουσικά Rolling Stones και Beatles είπαν άλλοι, σίγουρα Billy Corgan (Smahing Pumpkins) στη χροιά της φωνής του Alexander και Mick Jagger κάπου κάπου θα πω ότι ακούω εγώ.

Κι ενώ με το θρυλικό ρεφρέν του “You Get What You Give ” (πρώτο single του άλμπουμ) ένα μικρό κομμάτι στην ιστορία της μουσικής το κερδίζουν, ο  Alexander διαλύει την μπάντα πριν προλάβει να κυκλοφορήσει το δεύτερο single (“Someday We’ll Know”) για να γίνει συνθέτης επί πληρωμή σε συνεργασίες, όπως αυτή με τους  Santana/Michelle Branch στο “The Game of Love” και να ξαναβρεθεί μαζί με την Danielle Brisebois (πρώην μέλος των Radicals επίσης) για το  soundtrack του ρομαντικού Begin Again το 2013.

 Ξεχωρίζω ανάμεσα σε ό,τι έχω διαβάσει για το άλμπουμ την κριτική του  Justin Gerber ο οποίος σχολιάζοντας ανέφερε ότι το άλμπουμ αυτό “made Gregg Alexander the 90's answer to Phil Spector, without the bad rap of murdering people”.

 

17. The Modern Lovers, The Modern Lovers (1976)

Ένταση, χιούμορ και αυτοανάλυση και πέντε ονόματα-κλειδιά μαζί. Jonathan Richman στα φωνητικά, John Cale στην παραγωγή, Ernie Brooks στο μπάσο , Jerry Harrison (λίγο πριν τους Talking Heads) στα keybords and David Robinson στα ντραμς (και ύστερα στους Cars) σε ένα σατανικό,  avant-punk classic άλμπουμ, που δεν μπορεί να μην διακρίνεις τη σχέση του με τους Velvet Underground. Κυκλοφορεί  τρία  χρόνια μετά  την ηχογράφησή του και δύο χρόνια μετά τη διάλυση της μπάντας αλλά παραμένει πρωτοπόρο,  καθώς αυτό που φαινόταν επαναστατικό στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 συνεχίζει να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο στα τέλη της δεκαετίας.

Βίαιο και νευρικό το ήθελε ο Cale κι έτσι έγινε, αλλά διαφέρει η  σκληράδα των Modern Lovers διαφέρει από εκείνη των Velvets, των Ramones και των Stooges, γιατί ο Jonathan Richman συνδυάζει την πιο εντυπωσιακή αντίφαση. Η μουσική του είναι σκληρή, αλλά αυτός όχι. Υμνεί τον παλιό κόσμο όσο και  τον σύγχρονο. Αγαπά το rock’n’roll, την Αμερική, τα κορίτσια. Είναι σαν να θέλει να σε εξαγριώσει και μετά να σου δώσει μια τεράστια αγκαλιά.

Άλμπουμ που έβλεπες μετά μέσα σε όλα. Μέσα στη μουσική των Sex Pistols, του John Cale, του Iggy Pop, του David Bowie, των Echo and the Bunnymen, των Siouxsie and the Banshees και στους σύγχρονους πανκ πειραματισμούς  των Parquet Courts.

 

18. Lauryn Hill- The Miseducation of Lauryn Hill (1998)

Η ένδοξη απόπειρα της Lauryn Hill το 1998, The Miseducation of Lauryn Hill, παραμένει το μοναδικό σόλο άλμπουμ της και αυτή η neu-soul προσπάθεια ακούγεται 24 χρόνια μετά τόσο ξεχωριστή όσο τότε, ενώ η Lauryn Hill αντί να προσπαθήσει να συνεχίσει αυτό που ξεκίνησε, προτίμησε να το αφήσει εκεί ψηλά κληροδότημα και προχώρησε σε άλλα.

Αυτό που κάνει ουσιαστικά η Lauryn Hill, παλεύοντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην μητρότητα και την καριέρα, είναι μια γυναικεία δήλωση πάνω στην αγάπη, την πολιτική και τον θάνατο και με αυτό τον τρόπο γίνεται η πρώτη hip hop καλλιτέχνιδα που κερδίζει ένα Grammy για το καλύτερο άλμπουμ της χρονιάς.

Ο Kendrick Lamar τα είπε καλύτερα από όλους για αυτό το άλμπουμ και γι’ αυτό θα παραθέσουμε όσα είπε αυτούσια και δεν θα πούμε τίποτε περισσότερο:

“That [record] probably had the most hits on it than I’ve ever heard. Even going back and listening to it now. Crazy, I think she was way ahead of her time—just the feeling and the cohesiveness and the concept behind it. It was just genius to me.”

 

19. Buena Vista Social Club, Buena Vista Social Club (1997)

Το σχέδιο του Ry Cooder αρχικά ήταν να βρεθεί στην Αβάνα και να ηχογραφήσει με μουσικούς από το Μάλι. Οι συγκεκριμένοι από ό,τι φαίνεται δεν εμφανίστηκαν ποτέ κι έτσι ο πέρασε στο plan B που πούλησε 15 εκατομμύρια αντίτυπα. Με τη βοήθεια του Juan de Marcos ο Cooder γνώρισε τρεις ηλικιωμένους μουσικούς θρύλους, το 79χρονο πιανίστα , τον 89χρονο κιθαρίστα και τον 60χρονο τραγουδιστή και με αυτούς και άλλους πολλούς, ανάμεσα στους οποίους ο βετεράνος - εβδομηντάχρονος τότε - τραγουδιστής Ibrahim Ferrer, τον οποίον κυριολεκτικά μάζεψαν απ΄ τον δρόμο, αφού η λεπτή φωνή του έπαψε να είναι ‘στη μόδα’ απ΄ τη δεκαετία του ΄60 (οι μουσικοκριτικοί τον αποκαλούσαν ‘φαφούτη Sinatra’) και η μοναδική γυναικεία παρουσία της συντροφιάς, η Omara Portuondo, γνωστή ως ‘Edith Piaf της Κούβας’, ‘κουβανέζα Billie Holliday’ και ‘Diana Ross της Καραϊβικής’.

Ο Ry Cooder πρόσθεσε τα ήσυχα μπλουζ και τα χαβανέζικα κουδουνίσματα και οι έξι μέρες ηχογράφησης έφτασαν και περίσσεψαν, αφού κατέληξαν σε boleros, sons, mambo και danzón, descarga και guajiras - τραγούδια της ενδοχώρας με ισπανική αγροτική προέλευση – απερίγραπτης γοητείας γεμάτα δύναμη και  νοσταλγικό πάθος.

 

Ανανεώνεται κάθε Παρασκευή:

Ακούστε τη λίστα στο Spotify

 
 
 

poweredbymixcloudpro