Loading color scheme

O απόκοσμος ήχος του Martin Hannett

Ένα μίνι αφιέρωμα στο έργο και τις ημέρες του επιδραστικού Βρετανού παραγωγού που συνδέθηκε όσο κανείς με τον κατάλογο της θρυλικής Factory και αυτή την εβδομάδα μετράμε 31 χρόνια από το θάνατο του.

Επικήδειοι και κατόπιν εορτής επετειακά αφιερώματα, θα πρέπει να ήταν ένα ακόμα από τα πράγματα που θα την “έσπαγαν” στον Martin Hannett. Ο τύπος που μάλλον προτιμούσε να ηχογραφεί τη σιωπή της Αγγλικής εξοχής, περισσότερο από το να αλλάξει το ροκ ή να εφεύρει το post punk με τους Joy Division, έφυγε τέτοιες μέρες, 18 Απριλίου του 1991 μετρώντας μόλις 42 χρόνια ζωής. Εμμονικός σίγουρα, τελειομάνης με το μοναδικό τρόπο που όριζε ο ίδιος την τελειότητα, παράξενος όσο δεν πάει και κατά γενική ομολογία (όχι μόνο του Tony Wilson, σύμφωνα με το οποίον "He was a genius. It's a word that's used too often, but there's no way it's overused for Martin”) μία μουσική ιδιοφυΐα με το χάρισμα να ακούει μπροστά από την εποχή της.

Τον θυμήθηκα ξανά αυτή την εβδομάδα, πέφτοντας τυχαία στην παρακάτω περιεκτική playlist και διαβάζοντας ανήμερα της επετείου του θανάτου του (31 May 1948 – 18 April 1991), πράγματα που δεν ήξερα, για τον άνθρωπο που στην επιτύμβια στήλη του αναφέρεται ως “Record producer and the creator of "The Manchester Sound”, όπως άλλωστε αποτυπώθηκαν σε φιλμ και ντοκιμαντέρ μετά το 24hour Party people.  Και περιέργως, δεν είναι σπάνια το όνομά του στο οπτικό μου πεδίο. Μια γαλλική επανέκδοση του “Closer” των Joy Division κοσμεί σε κάδρο το σαλόνι μου και οδηγεί το βλέμμα μου κάθε φορά στο “Produced by Martin Hannett” υπενθυμίζοντας μου πόσο ο μαν αδιαφόρησε δεκαετίες πριν από την εποχή του για τους “περιορισμούς” και τη συμβατότητα του ήχου, προκειμένου να απολαμβάνουμε σήμερα τον μουσικό πλουραλισμό και τα grooves made in Manchester.

 

ΤΗΕ ZERO ERA

Σχεδόν γεννήθηκε με το παρατσούκλι “Zero” και δεν δυσκολεύτηκε να πάρει το πτυχίο του χημικού από το Manchester Polytechnic (aka UMIST) και να ξεκινήσει να εργάζεται σε εργαστήριο μέχρι να τον κερδίσει το μπάσο αρχικά και η ηχοληψία αργότερα. Από τις υπηρεσίες του σαν ηχολήπτης στη πόλη του Μάντσεστερ βρέθηκε σύντομα να “ενοικιάζει” εξοπλισμό σε συναυλίες και event μέσα από την εταιρία του Music Force ενώ εξέλιξη της βοήθειας που προσέφερε στη ντόπια σκηνή ήταν η συμμετοχή στο πρώτο δικό του label Rabid Records, προκειμένου να προωθήσει glam/punk μπάντες όπως οι Slaughter and the Dogs αλλά και να ενώσει την πόλη του με τον ήχο των drum machines και των εφέ, καθότι μεγάλος φαν κάθε νέας τεχνολογικής εξέλιξης μέσα και έξω από το στούντιο.

Το πρώτο σοβαρό credit σαν παραγωγός βέβαια, ήρθε με τους Buzzcocks.  Mακραν ότι καλύτερο διέθετε στο πρώτο μισό των 70s η πόλη και καθόλου τυχαία το όνομα και οι πρώιμες τεχνικές του για μια κατεύθυνση με όγκο, βιομηχανικό ήχο, ξερό και ευθύ σφραγίζουν το “Spiral Scratch” ep του 1977. Οι Buzzcocks μένοντας αληθινοί στις αξίες του punk (από τις πρώτες με δισκογραφία μπάντες σε αυτόν τον ήχο στην Αγγλία) βρέθηκαν να έχουν ξεπουλήσει παραπάνω από 16.000 κόπιες του ep που τύπωναν μόνοι τους, πριν δώσουν τη διανομή της μουσικής τους σε πολυεθνική. Και σε ένα μεγάλο μέρος, χρωστούν τον ωμό και γεμάτο ενέργεια ήχο τους, στις απλές αλλά αποτελεσματικές τεχνικές του Zero, που από το πρώτο κι όλας session του είχε ξεκινήσει να πειράζει κουμπιά και να αλλάζει συχνότητες από τα μέχρι τότε δεδομένα. Η μπάντα έπρεπε να εκφράζει μηδενισμό και βαρεμάρα με το πιο κοφτερό τρόπο και παρόλα αυτά έπρεπε να ακούγονται σαν να παίζουν live στο σαλόνι σου και διάολε, αυτό ήταν που έκανε ακριβώς ο Hannett ηχογραφώντας το πρώτο ακατέργαστο διαμάντι στον κατάλογο του. 

Εβδομάδες μετά την επίσημη κυκλοφορία του Spiral Scratch ο frontman Ηoward Devoto θα αφήσει του Buzzcocks για να ιδρύσει τους Magazine, ενώ ο Hannett θα επιστρέψει στις in house παραγωγές της ετικέτας του Rabid Records, ηχογραφώντας ντόπιους καλλιτέχνες όπως οι Ed Banger, Gyro και Jilted John. Η συλλογή The Rabid/TJM Punk Singles Collection που χρόνια μετά θα επιμεληθεί η Receiver Records (με την εξαίρεση του μίνι hit "Jilted John") καταγράφει το μεγαλύτερο μέρος των ωρών που περνούσε στο στούντιο ο Hannett προκειμένου να συγκεντρώσει την εμπειρία που θα τον οδηγούσε στον χαρακτηριστικό ήχο των πρώτων Joy Division ηχογραφήσεων το 1978.

Λίγο πριν βέβαια, ενδιαφέρον είχε και η μίνι μπάντα The Invisible Girls που έστησε με τον κιμπορντίστα και ενορχηστρωτή Steve Hopkins προκειμένου να καλύψουν το μουσικό κενό στις αναγνώσεις του ποιητή John Cooper Clarke. Mάλιστα η ίδια μπάντα με την προσθήκη του Pete Shelley στις κιθάρες βρέθηκε να συνοδεύει τη Nico (ex-Velvet Underground) σε ηχογραφήσεις και μια μικρή περιοδεία που έκανε επι αγγλικού εδάφους μαζί με τον Clarke στις αρχές των 80s.

Και μπορεί να μην είχαν την ίδια παγκόσμια απήχηση οι ηχογραφήσεις και οι εκδόσεις που πέρασαν στον κατάλογο της Rabid αλλά δεν χωρά αμφιβολία ότι οι εργατοώρες που ξοδεύτηκαν και η αισθητική που δημιούργησε ο Hannett  εκεί υπήρξαν καταλύτης για τον ήχο της Factory. Άλλωστε από τη σύντομη θητεία του σαν συνθέτης και παραγωγός background μουσικής για τις πρόζες του John Cooper Clarke συνειδητοποίησε τη δύναμη του ταμπούρου, και με δηλώσεις όπως “The snare drum is the essence of rock and roll” θα ετοιμαζόταν για τη δημιουργική τριετία που ακολουθούσε.

 

THE FACTORY ERA

Πάνω κάτω, η ιστορία από το καλοκαίρι μέχρι τον Οκτώβριο του 1978 οπότε και έχουμε το διπλό επτάιντσο Fac 2 με Joy Division, The Durutti Column, John Dowie και Cabaret Voltaire είναι γνωστή.

Για να βιώσει ο ακροατής την ωμή post-punk δύναμη, ο Hannett ηχογραφούσε τύμπανα ακόμα και σε ταράτσες ενώ για το υπόλοιπο της υπερηχητικής αρχιτεκτονικής αντίληψης που είχε περί ήχου το ψηφιακό νεοαποκτηθέν delay της AMS έδωσε στις μίξεις του την φουτουριστική αίσθηση του χώρου. Ακόμα και αν ηχογραφούσαν στα περισσότερα από τα 24 κανάλια της αναλογικής κονσόλας, η γραμμή του Hannett ήταν να περιορίσει τα στοιχεία που διατηρούσαν την επαφή με τη ροκ, ώστε να δώσει τη minimal και σκοτεινή εκδοχή του ήχου, αφήνοντας τη φωνή του Curtis να αγκαλιάζει τον παγωμένο ψηφιακό ήχο των συνθεσάιζερ.

Κάπου εκεί ξεκινάει και η καθεστωτική και παράλληλα άκρως εκκεντρική αντίληψη του σχετικά με το τι πρέπει να συμβαίνει σε ένα στούντιο κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων. Η απολυταρχικότητά του σε καταπιεστικό βαθμό για μουσικούς, labels και λοιπούς συμμετέχοντες  θα περάσει στα βιβλία της μουσικής ιστορίας και ο στριφνός, ανένταχτος χαρακτήρας του θα κοντράρει την αναγνώριση της μουσικής του ευφυίας.

Απολύτως κανένας δεν δικαιούταν πρόσβαση στο control room, πόσο μάλλον αν ήθελε να συμμετέχει στη διαδικασία μίξης, κάτι που για τον ίδιο τον Hannett ήταν αδιανόητο ή θα έπρεπε οι παρόντες να αντέχουν το aircondition στους μηδέν βαθμούς αν επιθυμούσαν να είναι εκεί.

Ο Bernard Sumner δεν θα μπορούσε να το θέσει καλύτερα : "Martin didn't give a fuck about making a pop record. All he wanted to do was experiment. His attitude was that you get loads of drugs, lock the door of the studio and stay in there all night and you see what you've got the next morning. And you keep doing that until it's done.”

Kάπως έτσι μέχρι το 1979,ο Hannett είχε ξεφορτωθεί το παρατσούκλι Zero, ήταν επίσημα μέλος της Factory οικογένειας με την οποία θα μεγαλουργούσε μέσα σε μόλις τρία χρόνια ενώ είχε ήδη αφήσει στα χέρια των ροκ αναλυτών και των κερδοσκόπων -σπάνιων εκδόσεων- το παρελθόν του με τη Rabid Records.

Toν Απρίλιο της ίδιας χρονιάς, το Unknown Pleasures κυκλοφορεί και γνωρίζει την αποθέωση, με την παραγωγή του Hannett να κλέβει τη δόξα από τους ίδιους του μουσικούς. Ακόμα και αν πραγματικά οι JD έπαιξαν τον δίσκο ζωντανά και σε εκκωφαντικές εντάσεις, ο MH θα έκανε στο τέλος ότι χρειαζόταν για να πλαισιώσει με το απόλυτο σκοτάδι τις εμμονές και τη χαρακτηριστική ερμηνεία του Ian Curtis.

Έκτοτε η μπάντα θα τον έχει σαν πρόσθετο μέλος. Από τις ηχογραφήσεις για το BBC και τις περιοδείες μέχρι κάθε δευτερόλεπτο που ηχογράφησε σε στούντιο, ο Hannett ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του ήχου της και δίκαια το μόνο ντοκιμαντέρ που στήθηκε ποτέ για αυτόν φέρει τον τίτλο Ηe Wasn’t Just The Fifth Member Of Joy Division . Τον Μάρτιο του 1980 στα Britannia Row studio του Λονδίνου που είχαν στηθεί πάνω στη φήμη των Pink Floyd, η ομάδα ολοκλήρωνε τις ηχογραφήσεις του Closer.  H μόνη λέξη που χρησιμοποίησε ο παραγωγός για να περιγράψει τα sessions και την ηχογράφηση ήταν η λέξη “μυστήριο”. Όχι ότι και ο ίδιος δεν έμπαινε όλο και πιο βαθιά στα σκοτάδια που του δημιουργούσαν οι δαίμονες του, αλλά τουλάχιστον ίσως τους ξόρκιζε ή διοχέτευε την “μυστήρια” ενέργεια πάνω στις ηχογραφήσεις. Δεκαετίες μετά, θα γίνει κατανοητό ότι η σχεδόν “ανώμαλη” καλλιτεχνική του προσέγγιση στην ηχοληψία έβρισκε αποκούμπι στην αποξένωση που χαρακτήριζε την φύση του Curtis και όλο αυτό σε συνδυασμό με τις γνώσεις πάνω στη χημεία των ουσιών, δημιουργούσε ένα κοκτέιλ που έκανε το μουσικό αποτέλεσμα να ακούγεται κοινωνικά απροσάρμοστο. και άρα ελκυστικό για τους ανένταχτους και λάτρεις του περίεργου ανά τον πλανήτη. Μάλιστα, ακόμα και αν δεν είχαν τις απόλυτα φιλικές σχέσεις, οι δυο τους, είχαν αυτή την απροσδιόριστη “ένωση” και μοιραία όταν έφτασαν τα νέα για την αυτοκτονία του Curtis, ο πνευματικός κόσμος και η ψυχική υγεία του Hannett ξεκίνησαν να μετράνε αντίστροφα προς το φινάλε.

 

BACK TO ZERO ERA

Όμως, λίγο πριν ξεκινήσει η δημιουργική πορεία των Joy Division, η τότε σύζυγος του Tony Wilson, Lindsay Reade, έφερε στη Factory για το νούμερο 6 του καταλόγου, τους Orchestral Manouvres in the Dark με τα δύο singles “Almost” και “Electricity”. Περιττό ίσως να γραφτεί ότι ο Hannett τους έβγαλε τον αδόξαστο και μετά από ένα σκασμό διαφορετικών μίξεων κατέληξαν να απορρίπτουν το παρακάτω mix του “Electricity” αν και η δυάδα των OMD αναγνωρίζει ότι όσο και να προσπάθησαν δεν μπόρεσαν να πιάσουν το συναίσθημα της μίξης του.

Το δε “Almost” υποτίθεται ότι θα έπρεπε να έχει μια νεορομαντική ποπ αίσθηση ανάλογη των προσδοκιών της μπάντας και ο Hannett το είχε μετατρέψει σε ληθαργική ambient απραξία, που μάλλον δικαιολογημένα για το μέλλον του γκρουπ δεν κυκλοφόρησε ποτέ. 

Συνεχίζοντας με περισσότερα synths σαν απάντηση στις αρχικές κιθαριστικές ενορχηστρώσεις των Durutti Column, από το 1979 έως το ’81 ο Hannett έβαλε την σφραγίδα του και έδωσε τον απόλυτα χαρακτηριστικό και επιδραστικό ήχο στην ταυτότητα της Factory. A Certain Ratio, Section 25, Minny Pops, The Names, ESG, Stockholm Monsters, John Dowie, Crispy Ambulance και εκτός καταλόγου του label ασφαλώς ο τρίτος δίσκος των Magazine, “The Correct Use of Soap”, εκεί όπου η παραγωγή του Hannett είναι σεμιναριακή για το πώς ενώνεται το post punk με τη νεορομαντική ποπ και τη βιομηχανική synth μελαγχολία. Και ασφαλώς αξίζει να σημειωθεί η παραγωγή του στα τρία πρώτα κομμάτια του ντεμπούτου των ESG. Tα κορίτσια από τη Νέα Υόρκη, έψαχναν απεγνωσμένα τον ξερό και in your face ήχο του Hannett και σε μία ακόμα υπερατλαντική συνεργασία της Factory, o μαν παρέδωσε το απόλυτο “Μοοdy” groove.

Ακόμα και οι U2 έχουν να λένε ιστορίες για τις on / off studio συμπεριφορές του. O MH υπογράφει το single “11 O'Clock Tick Tock” και ήταν ο βασικός υποψήφιος για παραγωγός του ντεμπούτου Boy αν δεν είχε δεσμευτεί να ακολουθήσει το αμερικάνικο τουρ των Joy Division,  αυτό, που μοιραία ματαιώθηκε μετά τον θάνατο του Curtis και βύθισε τον παραγωγό σε ακόμα πιο βαθιά μελαγχολία.

Και όταν για λίγο κατάφερε να ξεφύγει, σφράγισε μία από τις μεγάλες στιγμές των A Certain Ratio. Το album Το Εach ηχογραφήθηκε μόλις 4 μήνες μετά το Closer, φλερτάρει με το ίδιο όραμα του παραγωγού για το πως κανείς εκμεταλλεύεται τον χώρο προκειμένου να φτιάξει μερικά από τα πιο κλειστοφοβικά και γεμάτα dub echo κομμάτια χορευτικής μουσικής που έβγαλε ποτέ η Factory. Η φράση “σαν να ηχογραφήθηκε στο υπόγειο κάτω από μια πισίνα” είναι αφενός απολύτως ταιριαστή και με το δεδομένο του πολύ πρόσφατου Closer και της αυτοχειρίας που το ακολούθησε, ο ήχος του Το Εach εμπεριέχει αυτό που σουρεαλιστικά βίωνε στο Manchester ο Hannett… “a science fiction city, chemical plants, warehouses, canals, railways, and roads that don’t take any notice of the areas they traverse.”

Μια άλλη περίπτωση εξωτερικών συνεργατών ήταν οι Psychedelic Furs. Στην αμερικάνικη έκδοση του ντεμπούτου τους, τα “Soap Commercial” και “Susan's Strange” έμειναν με την μίξη και την παραγωγή του Hannett παρά το γεγονός ότι και αυτή η μπάντα, όπως και νωρίτερα οι U2, παρά τη προεργασία με τον Hannett στο τέλος κατέληξαν να προτιμούν τις υπηρεσίες του Steve Lillywhite.

Οι πρώτες άβολες ηχογραφήσεις των New Order στη μετά Joy Division εποχή είχαν επίσης τον Hannett στην καρέκλα του παραγωγού. Στο single “Ceremony / In A Lonely Place” που ήταν demos της JD εποχής, ο παραγωγός που είχε ήδη αρχίσει να χάνει τον έλεγχο από τον εθισμό του, στην ουσία έδωσε όλες τις κατευθυντήριες για τη μετά Curtis εποχή της μπάντας. Μύησε τον drummer Stephen Morris στο  προγραμματισμό των drum machines και στο πως να κυνηγήσει τον electro ήχο που θα άλλαζε μια για πάντα την dance μουσική με το 12ιντσο του “Blue Monday”. Πρωτύτερα όμως, στη διάρκεια των ηχογραφήσεων για το album Μovement oι New Order θα γινόταν η τρίτη μπάντα από τον κατάλογο της Factory, μετά τους A Certain Ratio και Durutti Column που θα απέρριπτε τον Hannett, καθώς η εξάρτηση του από βαριά ναρκωτικά όπως η ηρωϊνη ήταν και επίσημα εκτός ελέγχου.  Επιπλέον, όταν το 1982 η Factory στην οποία διατηρούσε μετοχές θα άνοιγε το Hacienda αλλά παράλληλα θα έχανε κάθε οικονομικό έλεγχο και οι Hannett και Wilson θα έφτανα στα δικαστήρια.

Από το ’82 μέχρι το ’88 το πιο αξιοσημείωτο γεγονός στη δισκογραφία του, ήταν αρχικά αυτό το σούπερ περίεργο άλμπουμ της Γαλλίδας-Τουρκλαάς Armande Altai και οι demo ηχογραφήσεις για τα “I Wanna Be Adored”, “Here It Comes” και “This Is the One” των Stone Roses.  Βέβαια, όπως επιβεβαιώνει και ο Ian Brown επρόκειτο για μισοφτιαγμένα ακόμα κομμάτια, που προφανώς δεν οδήγησαν ποτέ σε επίσημη συνεργασία. “Riffs that weren't songs. It was a disaster. He was only half there.”

Μαζί με όλο το Madchester ανασηκώθηκε και ο Hannett για λίγο το 1988. Ξεκίνησε με το “Wrote For Luck” των Happy Mondays (με τους οποίους έκανε χωρίο γιατί τον πλήρωναν σε ecstasy) και συνέχισε μαζί τους μέχρι και το “Madchester Rave On” ep που στην ουσία “σώνεται” κάπως από τα remixes και όχι από τις πρωτότυπες ηχογραφήσεις.

Ο άνθρωπος που στην ουσία χρειάστηκε μόλις τρία χρόνια ουσιαστικής δουλειάς, από το 1978 μέχρι το 1981, “έφυγε” στις 18 Απριλίου του 1991 στο σπίτι του στο Μάντσεστερ έχοντας εξαντλήσει τον οργανισμό του από το αλκοόλ και τις ουσίες. Παρόλα αυτά, τρία χρόνια υπήρξαν παραπάνω από αρκετά για να βάλουν την πόλη στο παγκόσμιο μουσικό χάρτη και να μετατρέψουν τον ίδιο σε έναν από τους πιο επιδραστικούς και καινοτόμους τύπους που κάθiσαν ποτέ πίσω από τα control. Η ανάγκη του να παράγει ήχους και μουσική “έξω από το κουτί”, αποφεύγοντας τα μέχρι τότε ροκ κλισέ, δημιούργησαν έναν ολόκληρο  κίνημα από post punk έως synth και new wave μπάντες, μα πάνω από όλα έκαναν για πάντα cool αυτό το ξερό πολλές φορές απόκοσμο groove που νωχελικά, σχεδόν τεμπέλικα ακόμα και αν “βαριόσουν” σε έκανε να θες να κουνήσεις το κεφάλι σου στο ρυθμό.

Ανανεώνεται κάθε Παρασκευή:

Ακούστε τη λίστα στο Spotify

 
 
 

poweredbymixcloudpro