Loading color scheme

Label Focus: Sarah Records

To label με τα κερασάκια και το κοριτσίστικο όνομα ξεκίνησε σε ένα υπόγειο στο Bristol κι έληξε με την κυκλοφορία 100 indie ποπ 7ιντσων και μια φεμινιστική και κοινωνική επανάσταση.

“… because when you were nineteen,

didn’t YOU ever want to create something beautiful and pure

just so one day you could set it on fire

and then watch the city light up as it burned?”

Βρετανία, 1987. Ο Bruce Willis στα βρετανικά charts. Η Thatcher τσαντίζει φοιτητές και μεταλλωρύχους. Οι εργαζόμενοι στις δισκογραφικές ζούνε με κοκαΐνη και Duran Duran. Σε μια ήσυχη γειτονιά στο Bristol η Clare Wadd και ο Matt Haynes ονειρεύονται ένα διαφορετικό κόσμο. Έναν μυστικό κόσμο. Τον κόσμο της Sarah Records.

Λίγο πριν τα κινητά τηλέφωνα, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές στα σπίτια και το διαδίκτυο, την εποχή των τηλεφωνικών θαλάμων και των fanzine που μοιράζονταν χέρι-χέρι ή στέλνονταν με το ταχυδρομείο, σε ένα υπόγειο στο λόφο Blackboy αρχικά, και στη συνέχεια σε ένα σπίτι στο δυτικό Bristol, η Sarah Records κυκλοφόρησε 100 pop 7ιντσα και ανακοίνωσε το τέλος της με τη δημοσίευση μιας διαφήμισης στο NME and στο Melody Maker με το πιο εντυπωσιακό αξιοθέατο στο Bristol (γέφυρα) και τον τίτλο “A Day for Destroying Things”.

Μπορεί σήμερα οι μπάντες να μην μπορούν να φανταστούν τη ζωή τους χωρίς το Bandcamp και το  SoundCloud, αλλά  τότε δεν μπορούσαν χωρίς το ταχυδρομείο. Σήμερα οι μπάντες έχουν το ίντερνετ. Τότε είχαν τον Peel.Όλα αυτά σε ένα κόσμο πριν τα e-mails, τα blogs και το Twitter. Αν ήθελες να ενημερωθείς για μια μουσική σκηνή, έστελνες γράμμα και κρατούσες επικοινωνία με τα fanzines. Ο ένας ήξερε τον γραφικό χαρακτήρα του άλλου και κοιμόταν στο πάτωμα του, όταν μια μπάντα έπαιζε στην πόλη του.

Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, τo 1987, ιδρύθηκε η Sarah Records από την -δεκαεννιάχρονη τότε- Clare Wadd και τον Matt Haynes, δυο νέους, γεμάτους πάθος κι ενθουσιασμό που ήθελαν να κάνουν πράγματα που θα άντεχαν στον χρόνο και διακήρυτταν ότι To just passively consume was to miss the point: it was only punk if it was DIY, and it was only DIY if you were doing”.

Η Clare από το Yorkshire, σπούδαζε οικονομικά. O Matt από το Λονδίνο, φοιτητής στο Φυσικό. Αυτή μέσα στα fanzines από τα 16, βετεράνος πλέον στα 19, όταν ξεκίνησε τη Sarah, αφού είχαν προηγηθεί ήδη έξι fanzines. Ο Matt εξέδιδε τα “Are you scared to Get Happy?” και το “Wadd Kvatch”. Και τα δύο συχνά έδιναν flexidiscs, ενώ το πρώτο ανήκε και στη “Sha-la-la”, μια μικρή δισκογραφική εταιρία που είχε δημιουργήσει μια ομάδα φανζινάδων και κυκλοφορούσε αποκλειστικά flexi.

Καθόλου από το Bristol και οι δύο, φτάνουν σε αυτό φοιτητές, με άποψη ισχυρή, πολιτική, κόντρα στην μάτσο νοοτροπία της εποχής και στον σεξισμό με μόνη επιθυμία να κάνουν γνωστές μπάντες  που αγαπούσαν – όπως τους Heavenly και τους The Field Mice που έκαναν πολλούς νέους να πάρουν πάλι τις κιθάρες στα χέρια και να φτιάξουν την μουσική τους- κι όχι να πλουτίσουν. Έρχονται σε επαφή μέσω μιας αγγελίας, αναζητώντας ουσιαστικά παρέα για τα gigs, ερωτεύονται πάνω στον τον έρωτα τους για τα fanzines και ιδρύουν τη Sarah Records.

«Το νέο τεύχος του Kvatch (το fanzine της Clare) θα περιλάμβανε ένα flexidisc με τους  Sea Urchins και τους Groove Farm.Η Clare ήρθε να με βρει για να με ρωτήσει αν κουβαλιούνται 1000 flexi και δεν έφυγε ποτέ». Το επόμενο που θυμούνταν ήταν να γράφουν στο Revolver Distribution για να δουν αν θα μπορούσαν να κλείσουν μια συμφωνία για να φτιάξουν μια κανονική δισκογραφική και να καταστρώνουν κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί και business plan.

Πολλές από τις κυκλοφορίες της Sarah ήταν fanzines και flexidiscs. Αυτά μαζί με τα 7" αντανακλούσαν την πολιτική και την αισθητική τους. Τα 12" για αυτούς ήταν μια μεταφορά για τον καπιταλισμό, η πολιτική καθημερινή πρακτική και το χιούμορ μέρος της ζωής τους. Προτιμούσαν να μοιράζουν κάρτες με σταθμούς τρένου από το Bristol παρά να ικανοποιούν τους συλλέκτες με ακριβές κυκλοφορίες. Και οι δύο ήταν αποφασισμένοι να δημιουργήσουν ένα label που θα ήταν με το μέρος του κοινού. Ενός κοινού που αποτελούνταν από μαθητές και φοιτητές. Με κυκλοφορίες που θα άντεχε το εφηβικό χαρτζιλίκι ή το φοιτητικό επίδομα. "It's just POLITICS, not as some distant unreal end, but as something encaptured in everyday life"

«Είχαμε αυτοκίνητο μόνο και μόνο για να μεταφέρουμε δίσκους και T-Shirts και για να πηγαίνουμε στις συναυλίες, γιατί το auto stop έπαιρνε ώρα. Νοικιάζαμε διαμέρισμα για να μπορούμε να έχουμε γραφεία. Σταματήσαμε γιατί δεν θα θέλαμε να έχουμε μια δισκογραφική με νέες μπάντες κι εμείς να είμαστε μεγάλοι σε ηλικία». Με τα χρήματα που εξοικονομούσαν αγοράζοντας μπαγιάτικο ψωμί και κάνοντας εξώφυλλα με τρία χρώματα μόνο για να είναι πιο οικονομικά,  πράγματι αγόρασαν ένα μικρό κόκκινο φιέστα και στη συνέχεια ένα σπίτι στον λόφο Windmill με θέα όλη την πόλη και από εκεί έκαναν γνωστό ένα ευρύ φάσμα κυκλοφοριών από τις lo-fi  μπαλάντες του Blueboy μέχρι τα επαναστατικά κοριτσίστικα ξεσπάσματα των Heavenly.

 

O Matt διακήρυττε ότι μετά την πανκ έγινε το πράγμα ενδιαφέρον. Οποιοσδήποτε μπορούσε να κυκλοφορήσει έναν δίσκο, αρκεί να είχε 4 κομμάτια και φωτοτυπίες Α4 διπλωμένες για να φτιάξει το εξώφυλλο ενός 7ιντσου. Μετά το μόνο που χρειαζόταν ήταν να το παίξει ο Peel δυο-τρεις φορές στην εκπομπή του. Κι αυτό συνέβαινε παντού. Κι όχι μόνο με την μουσική.

Από τα fanzines, σιγά σιγά έμαθαν τι είναι invoice και VAT, κατάλαβαν ότι μεγαλύτερος μπελάς και κόστος ήταν το εξώφυλλο (το κείμενο και το σκανάρισμα φωτογραφιών για την ακρίβεια), παρά η ηχογράφηση ενός 7ιντσου. Τύπωναν τα εξώφυλλα των δίσκων στο φωτοτυπικό κέντρο της γειτονιάς δίπλα σε προσκλήσεις γάμων και ευχετήριες κάρτες. Εκεί τους θαύμαζαν και τους θεωρούσαν εξωτικούς. Το πρώτο εξώφυλλο των Wake μάλιστα φιγουράριζε  στο τζάμι του καταστήματος για πολλά χρόνια.

Ένα label που ήταν πολλά περισσότερο από μια δισκογραφική εταιρία. Τα πάντα περνούσαν από τα χέρια τους. Τουλάχιστον μέχρι το single 31. Από το  single 31 άρχισαν τα πράγματα να γίνονται πιο επαγγελματικά. Ήταν αδύνατο δύο άνθρωποι σε ένα υπόγειο να τοποθετούν σε θήκες 16000 δίσκους. Απόκτησαν θυρίδα και σταμάτησαν να γράφουν τη διεύθυνσή τους στο οπισθόφυλλο, γιατί πολλοί αναζητούσαν ένα κρεβάτι ή διασκέδαση στη Sarah, επειδή είχαν αγοράσει ένα 7ιντσο.

Κάθε single είχε ως εξώφυλλο μια φωτογραφία από το  Bristol. Και οι δύο αγαπούσαν πολύ την πόλη και βέβαια πίσω από αυτήν υπήρχε ακόμα μια πολιτική δήλωση: «Δεν έπρεπε να βρίσκεσαι στο Λονδίνο για να έχεις μια επιτυχημένη δισκογραφική εταιρία». Κάθε συλλογή είχε το όνομα μιας τοποθεσίας  από το Bristol και τον αντίστοιχο αριθμό του λεωφορείου που οδηγούσε εκεί. Η 50ή κυκλοφορία της Sarah ήταν ένα επιτραπέζιο παχνίδι -εξαιρετικά δύσκολο γιατί έπρεπε να γνωρίζεις λεπτομέρειες για το δίκτυο των μέσων συγκοινωνίας στην πόλη-, η μοναδική “Saropoly”, της οποίας το ταμπλό ήταν ο χάρτης της πόλης και σκοπός του παιχνιδιού να διοικείς αποτελεσματικά μα δισκογραφική εταιρεία.

Ο βρετανικός τύπος αυτές τις υπέροχες θατσερικές μέρες τους χλεύαζε. Έγραφε ότι τους έλειπε η φιλοδοξία, γιατί τα έκαναν όλα μόνοι και low budget. Σχόλια βιτριολικά, μισογυνικά. Οι Wadd and Haynes το απέδιδαν  στο ότι στον χώρο επικρατούσαν άντρες δημοσιογράφοι που ενοχλούνταν από ένα label με γυναικείο όνομα και μια γυναίκα στη συν-διαχείριση της εταιρίας ή τουλάχιστον απειλούσε την αρρενωπότητα τους. Λίγο πολύ ότι γινόταν με μια γυναίκα μέσα σε μια μπάντα, μια γυναίκα συγγραφέα, μια γυναίκα καλλιτέχνη.

Αν παρακολουθούσες τη Sarah προσεχτικά, θα διαπίστωνες ότι ποτέ δεν χρησιμοποιούσε την γυναίκα ως διακοσμητικό στοιχείο, τα singles δεν εμφανίζονταν στα albums, οι συλλογές δεν περιλάμβαναν ακυκλοφόρητα tracks κι όλα αυτά ήταν πολιτική που επίσης ενοχλούσε. Πήρε λίγο χρόνο στον Τύπο -σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη και την Ιαπωνία, όπου η Sarah είχε πολύ μεγάλη απήχηση- , αλλά δέκα χρόνια (Μάρτιος 2015) μετά το κλείσιμο της Sarah το  NME δήλωνε ότι αυτή ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο indie label όλων των εποχών.

Η Sarah Records έκλεισε τον Αύγουστο του 1995 με τη δημοσίευση διαφημίσεων στα NME and Melody Maker με τον τίτλο "A Day For Destroying Things",την κυκλοφορία ενός CD με τα πιο αντιπροσωπευτικά tracks κι ενός booklet με την ιστορία της κι ένα υπέροχο πάρτι πάνω στο πλοίο «Θέκλα», στην μαρίνα του Μπρίστολ, δηλώνοντας  αυθάδικα  «We don’t do encores» και μένοντας πιστή  σε αυτή τη ρήση.

Το μόνο encore που έκανε -χρόνια μετά-ήταν μια έκθεση για να διηγηθεί την ιστορία της. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί έτσι μάθαμε ότι δεν προλάβαμε να παρακολουθήσουμε τη στιγμή που συνέβαινε.

Αυτά και άλλα πολλά   μπορείτε να δείτε στο φιλμ My Secret World της Lucy Dawkins, να διαβάσετε στο Popkiss: The Life and Afterlife of Sarah Records του Michael White (εκδόσεις Bloomsbury, 2015) και στην επίσημη ιστοσελίδα της Sarah (http://sarahrecords.org.uk), όπου μπορείτε να βρείτε και τα αρχεία της έκθεσης “Between Hello and Goodbye: The Secret World of Sarah Records” που πραγματοποιήθηκε στην γκαλερί “Arnolfini” στο  Bristol τον Μάιο του  2014 και βέβαια σε αυτό το podcast, στο οποίο μπορείτε να  ακούσετε τις πιο αντιπροσωπευτικές κυκλοφορίες της και να μάθετε άλλα τόσα.

 

“We might not have the guts to stand on a stage, but we could damn well write about those who did” μια από τις αγαπημένες μας ρήσεις της Clare και του Matt που μας αντιπροσωπεύει πλήρως.

 

 

Ανανεώνεται κάθε Παρασκευή:

Ακούστε τη λίστα στο Spotify

 
 
 

poweredbymixcloudpro