Loading color scheme

Andrew Weatherall Special - A Boy’s Own Hero

Όπως ισχύει για πολλούς music nerds του προηγούμενου αιώνα, έτσι και η ιστορία του Andrew Weatherall ξεκινάει μέσα από "ιστορικά" φανζίν και ένα δισκογραφικό label βουτηγμένο στο acid. Ο Δημήτρης Κυβέλος από το Kasseta Records έχει το mix και το σχετικό σημείωμα. 

Πίσω στον χρόνο, το 1986- 87, την εποχή που η πιτσιρικαρία φορούσε Dr Martens, Levi's και perfecto jackets, σε ένα ελιτίστικο και βίαιο Λονδίνο με την Margaret Thacher να κυβερνάει σκληρά το Ηνωμένο Βασίλειο και τα συνδικάτα να είναι σε συνεχόμενες απεργίες, η τότε, "νέα γενιά" αρχίζει να μπαίνει στον ρυθμό της acid house και των rave parties.

Μια ομάδα νεαρών clubbers δημιουργούν ένα fanzine με το όνομα Boys Own, για τη μουσική, τη μόδα, το ποδόσφαιρο και τα ναρκωτικά. Ενώ τα μέσα ενημέρωσης της εποχής κάνουν αγώνα στο να ακολουθήσουν την ριζοσπαστικές αλλαγές στη νεανική μουσική κουλτούρα, αυτές δηλαδή που οδηγούνταν από την acid house και την αλόγιστη χρήση ecstacy, το Boy´s Own ήταν εκεί και κατέγραφε πως ακριβώς ήταν τα πράγματα.

Η παρέα είναι οι Terry Farley, Andrew Weatherall, Cymon Eckel και Steven Hall και το moto της “συμμορίας” ήταν απλό: “ζω το τώρα, δίχως αύριο”.

Συμμετέχουν και καταγράφουν εμπειρίες μέσα από την club μουσική σκηνή του Λονδίνου και όπως δηλώνει ο Terry Farley για εκείνη την εποχή “magazines have restraints but fanzines should be about fucking everybody off”. 

Σύντομα μετατρέπονται στους πρεσβευτές της νεοσύστατης τότε, acid house σκηνής του Λονδίνου.

Η “συμμορία” αρχίζει να ασχολείται περισσότερο με το clubbing και στην παρέα μπαίνει ο Paul Oakedfold που τους προσκαλεί να παίξουν στις βραδιές του, στο Λονδίνο, διαδίδοντας τον acid house ήχο τους.

Στις αρχικές τους κυκλοφορίες, οι διαφορετικές σε ήχο δισκοθήκες των Boy’s Own δημιούργησαν ένα μοναδικό κράμα μουσικής με αιχμή του δόρατος την πολυσυλλεκτική δισκοθήκη και το αλάνθαστο (πολλές φορές προκλητικό) dj ένστικτο του “maestro” Andrew Weatherall. 

Δεκαετίες αργότερα και ενώ είχαν γίνει οι "απαραίτητες" Boy's Own επανενώσεις της παλιάς φρουράς ο Farley είχε να διηγηθεί φοβερές ιστορίες για το χάρισμα του Weatherall άλλοτε να "διαβάζει" και "άλλοτε" να προκαλεί ένα club. 

Από την άλλη όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Andrew, “συλλέγουμε από τα καλύτερα”. Έτσι, το label στις πρώτες κυκλοφορίες παντρεύει τον break ρυθμό με το balearic και δανείζεται φωνητικά από την street- soul, τον κυρίαρχο ήχο της μαύρης νέας μουσικής που έρχεται από τα late eighties και στην Αγγλία είχε βρει ουκ ολίγους northern soul υποστηρικτές. 

Όλα αυτά τα φιλτράρονται μέσα από τις χορευτικές φόρμες και πολλές φορές τις remix εκδοχές τους και έτσι δημιουργούν τον χαρακτηριστικό βρετανικό acid rave ήχο.

Παράλληλα ο Andrew Weatherall με τη γνώση και το ταλέντο του πάνω στη μουσική παραγωγή, αναδεικνύεται, άθελά του σε ηγέτης της παρέας. 

Η πρώτη κυκλοφορία ήταν το Bocca Juniors ένα project με τους Andrew Weatherall, Terry Farley, Pete Heller, Hugo Nicolson με το “Raise ( 63 Steps To Heaven )” το 1990 και φωνητικά από την Anna Haigh.

Η εμπλοκή των Boy’s Own σε remix και ιστορικές παραγωγές όπως με τους Primal Scream στο Screamadelica (1991) από τον Andrew Weatherall και το Steppin' Stone των The Farm (1990) σε παραγωγή Terry Farley, τους προσδίδουν ακόμα μεγαλύτερη φήμη στη Βρετανική μουσική σκηνή.

Το 1990 ξεκινάει η επίσημη λειτουργία της ετικέτας με μικρή διάρκεια (1990 - 1993 ) κάτω από την London Records / FFRR στέγη. Το 1992 ο Terry Farley και ο Steven Hall δημιουργούν την Junior Recordings, η οποία χρησιμοποιεί το όνομα Junior Boy’s Own όπου επικεντρώνονται στις 12” inch House κυκλοφορίες και συνεργάζονται με Chemical Brothers, Underworld, Black Science Orchestra, X- Press 2 και με πολλούς άλλους παραγωγούς του underground ήχου.

Τον δικό του πετυχημένο δρόμο, αφήνοντας πίσω την Boy’s Own, ακολουθεί ο Andrew Weatherall, φτιάχνοντας το γκρουπ και τη δισκογραφική Sabres Of Paradise  αρχικά (1992) και την Rotters Golf Club αργότερα. Ο ήχος εξακολουθεί να είναι μοναδικός με ρίζες στην Acid House και παρονομαστή την Dub μουσική. Μαζί του συμμετείχαν οι Jagz Kooner, One Dove, David Holmes και Gary Burns και όλοι μαζί υπήρξαν δημιουργοί των θρυλικών Sabresonic warehouse raves parties.

Ποιος όμως θα το έλεγε που ο "μακρυμάλλης" ροκαμπιλάς στη ψυχή, που έσπαγε την rave μονοτονία στα τέλη των 80s και το ζούσε στα όρια, παρτάροντας δίχως αύριο, θα μετατρεπόταν δύο δεκαετίες μετά στον ιδανικό υποψήφιο για την καρέκλα του John Peel

 

Ανανεώνεται κάθε Παρασκευή:

Ακούστε τη λίστα στο Spotify

 
 
 

poweredbymixcloudpro