Loading color scheme

Label Focus: Underground Resistance

Ο Δημήτρης Λιλής αναλύει τις συνθήκες που ώθησαν την ετικέτα από το Detroit να δημιουργήσει τον χαρακτηριστικό ήχο της και μοιράζεται ένα mix με την dreamy πλευρά του καταλόγου της.

Η πρόσφατη διαδικτυακή εμφάνιση του “wizard” Jeff Mills στη Δήλο (με τη σημείωση ότι τo βασικό του live concept “The Paradox” με τον Jean Phi Darry είχε ήδη καθηλώσει το κοινό του φετινού Reworks), είναι μια καλή στιγμή να θυμηθούμε πως ο Mills μαζί με τον “Mad” Mike Banks υπήρξαν πρωτεργάτες και ιδρυτές του label Underground Resistance από το Ντιτρόιτ.

Στα τέλη των 80s, o “μάγος” είχε εξελίξει τον dj ήχο του τόσο ώστε τα ραδιόφωνα της πόλης αδυνατούσαν να τον ακολουθήσουν και να του προσφέρουν εργασία. Παράλληλα, ο Mad Mike, session μουσικός ακόμα για τη θρυλική Motown, θα βίωνε από πρώτο χέρι τη διαφθορά της μουσικής βιομηχανίας προκειμένου να δημιουργήσει ποπ είδωλα και  θα τον ωθούσε σε ριζική αλλαγή του τρόπου που σκέφτεται, αντιλαμβάνεται και δημιουργεί. 

Η ανησυχία και το ενδιαφέρον των δύο για τη πρόσφατα σχηματισμένη χορευτική φόρμα της house στο γειτονικό Σικάγο αλλά και τις πρώιμες μορφές της ντόπιας techno, όπως την όριζαν μέχρι τότε οι Belleville  3 (aka Kevin Sauderson, Derrick May και Juan Atkins) και ο παραγνωρισμένος Eddie Fowlkes, τους οδήγησαν στα studio sessions που ουσιαστικά γέννησαν το Underground Resistance κίνημα.  Η μουσική όμως, ακριβώς όπως κυκλοφόρησε στο UR001 βινύλιο δεν ήταν παρά μόνο η βάση της φρέσκιας ιδεολογίας τους γύρω από τον ήχο της πόλης. 

Η αφορμή για τη σύσταση της ετικέτας πέραν από τις Dο It Yourself κυκλοφορίες θα επαναπροσδιόριζε και τους κανόνες που ένιωθαν ότι περιόριζαν τη μουσική δημιουργία. Για αρχή, το δίδυμο των Underground Resistance (που πολλές φορές θα συμπλήρωνε ο Blake Baxter ή ο αμούστακος ακόμα τότε Robert Hood) είχε διαχωρίσει τη θέση της μουσικής από το μάρκετινγκ και το λεγόμενο “image making”. Στα πρώτα τους χρόνια (και κάτι που ο Mad Mike συνεχίζει μέχρι σήμερα) θεώρησαν σημαντικό να κρύβουν τα πρόσωπα τους, προκειμένου να μην αποσπάτε η προσοχή του κόσμου από την ουσία, που ήταν ασφαλώς η μουσική.

Σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, αυτή με το Wire πίσω στο Νοέμβριο του 2007, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά:

“I don't go in front of the music. I believe that if you put your ego in front of the music, and place it in front of the speaker, then the people trying to listen to the music can't hear your music, they just listen to your ego.”

και αυτή η σχεδόν “απόλυτη” στάση του σύντομα θα τον δικαίωνε. Τόσο το συγκρότημα UR όσο και το label, θα εστίαζαν τη δράση τους στη δημιουργία σχεδόν ακραίας -κι’όμως μοναδικής- ηχητικής ταυτότητας, επικυρωνόντας τη με ανάλογη αισθητική και παράλληλες κοινωνικές δράσεις στην πόλη που μεγάλωσαν.

 

Ο ήχος της UR, ήταν άμεσα επηρεασμένος από το βιομηχανικό σκοτάδι και εν μέρει την οργή που είχε επιφέρει η ανολοκλήρωτη τεχνολογική επανάσταση που ερήμωσε το Detroit στα μέσα των 80s.  Μέχρι και τo 1991, οι περισσότερες γειτονιές δε θύμιζαν σε τίποτα την αναπτυσσόμενη βιομηχανική πόλη που βασιζόταν στην  αυτοκινητοβιομηχανία και είχε δουλειές για όλους στα τέλη των 60s. Οι μουσικοί, όσοι δεν είχαν ήδη μετακομίσει στη Νέα Υόρκη, ήταν τα παιδιά που είδαν να διαφημίζεται ένα high tech μέλλον που δεν ήρθε ποτέ και σε πείσμα της φτώχειας που βίωσαν από τους χειρισμούς της κυβέρνησης και του συστήματος, επέμειναν στο να αναδείξουν τον ήχο της μηχανής από το μέλλον με ότι ηλεκτρονικό μουσικό εξοπλισμό διέθεταν. Οι υψηλές κατά βάση ταχύτητες των beats που έφτιαχναν (το Detroit techno με δόσεις από breaks συμβαίνει κοντά στα 140+ bpm) αντικατόπτριζαν τις harder, faster συνθήκες διαβίωσης σε μια πόλη φάντασμα, που βασανιζόταν από τη μάστιγα των ναρκωτικών και που πολλές φορές οι πολυδιάστατοι synth ήχοι και τα θέματά τους λειτουργούσαν άλλοτε σαν το ονειρικό μέσο διαφυγής σε ένα παράλληλο διαστημικό σύμπαν και άλλοτε σαν την υπενθύμιση των ζεστών, γήινων και χειροποίητων μελωδιών της Motown που τους είχε μεγαλώσει.

Αυτό που δεν τους έλειψε ποτέ, ήταν το όραμα -αγγλιστί, το vision- για τη δημιουργία μουσικής που αφενός θα εξασφάλιζε σε κάποιους το εισιτήριο για ταξίδια στον υπόλοιπο κόσμο και σε πιο ασφαλείς περιοχές και αφετέρου θα υπενθύμιζε σε όλους ότι αυτό που ακούν φτιάχτηκε στο Detroit. Ονομάστε οποιονδήποτε σημαντικό dj ή ηλεκτρονικό παραγωγό θέλετε από το Detroit μετά τα 80s και αν ψάξετε σωστά στα discogs credits θα δείτε να συνδέεται κάπως με την Underground Resistance οικογένεια. Από τον J.Dilla, τον Theo Parrish, τον γείτονα Richie Hawtin, τους 3 της Belleville, τον Moodyman, τον Omar S, τον Carl Craig, τον Kenny Larkin, τον Marcellus Pitman,  τον Rick Wilhite την πρόσφατα εκλιπούσα Keli Hand, τον Terrence Parker και ασφαλώς τους Drexciya, τον Terrence Parker, τον Dj Rolando που μέχρι σήμερα σπινάρει σαν ο βασικός εκπρόσωπος της UR και η λίστα συνεχίζει, γιατί για παραπάνω από 30 χρόνια πλέον, η κολεκτίβα που προέκυψε από την ανάγκη της δεύτερης γενιάς μουσικών ηλεκτρονικής για έκφραση και αντίδραση στην παρακμή της πόλης, βρήκε χιλιάδες υποστηρικτές σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Και περιέργως το κίνημα “high tech music and high tech dreams in low tech areas” που ενέπνευσαν οι “χωρίς όρια και πάντα to the point “ μουσικές επιλογές του θρυλικού dj Mojo δε σταμάτησε ποτέ να κινείται και να εξελίσσεται. Έπαιξε στρατηγικά το παιχνίδι της επιρροής, όταν κατάλαβε ότι η techno χαίρει εκτίμησης περισσότερο στην Ευρώπη πάρα στην Αμερική και από το 1991 ξεκίνησε να συμπράττει με το εμβληματικό label και club Tressor στο Βερολίνο, ενώ το Ολλανδικό σπίτι του ηλεκτρονικού diggin’, η τρομερή Clone, φρόντιζε εξαρχής για τη διανομή και μετέπειτα για την ανατύπωση κάποιων κυκλοφοριών  της. 

Και πέρα από τον στρατό ντόπιων djs και παραγωγών που μεγάλωσαν μέσα στο -μουσείο πλέον- της UR και έζησαν από κοντά το "όραμα" ενώ φορώντας τo hot logo της ετικέτας, διέδωσαν τον ήχο της σε κάθε μητρόπολη του κόσμου, δεν μπορεί παρά να υποκλιθεί κανείς στο γεγονός ότι ο Mad Mike διατηρώντας στο ακέραιο το μανιφέστο (που κλείνει αυτό το σημείωμα), “κουβάλησε” ολόκληρη την τέκνο κουλτούρα της γενέτειρας του. Από τα αμούστακα ταλέντα που προστάτεψε από τους κακόφημους δρόμους και μετέτρεψε σε συνεργάτες για να παίζει live, να ηχογραφεί και να εξελίσσει τα μουσικά του project UR και Galaxy 2 Galaxy, μέχρι την εταιρεία διανομής / δισκάδικο Submerge που στέγασε όλα τα ηλεκτρονικά labels της πόλης και την εμπλοκή του πλέον με την βοήθεια και του Dimitri Hegeman σε μεγάλες διοργανώσεις όπως το Detroit Movement Festival, το όραμα του για φουτουριστική ηλεκτρονική μουσική με κοινωνική συνείδηση και σεβασμό στην παράδοση του Detroit, δυναμώνει και δίνει ακόμη περισσότερη έμπνευση σε νέους μουσικούς ανά τον κόσμο, στο πέρασμα του χρόνου.

 

 

“Underground Resistance is a label for a movement. A movement that wants change by sonic revolution. We urge you to join the resistance and help us combat the mediocre audio and visual programming that is being fed to the inhabitants of Earth, this programming is stagnating the minds of the people; building a wall between races and preventing world peace. It is this wall we are going to smash.”

 

*To mix που συνοδεύει το κείμενο, δεν περιλαμβάνει τα πιο signature κομμάτια της ετικέτας, ίσως ούτε καν τα πιο ξεσηκωτικά αλλά, -και προκειμένου να αναδείξει το βάθος και τη διαχρονικότητα του καταλόγου- χτίζει πάνω σε συνθέσεις που αναδεικνύουν την Β’ πλευρά ή αλλιώς την ονειρική διάσταση στο στρατευμένο και ριζοσπαστικό (σε περιπτώσεις ακραίο) ηχητικό τείχος.

Ανανεώνεται κάθε Παρασκευή:

Ακούστε τη λίστα στο Spotify

 
 
 

poweredbymixcloudpro